φούντωμα

φούντωμα
[фундома] ουσ. о. раэгорание, полыхание (огня), наполнение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "φούντωμα" в других словарях:

  • φούντωμα — το, ατος 1. αναβλάστηση, πλούσια βλάστηση, δάσωμα, το να βγαίνουν πυκνά φύλλα και κλαδιά: Το φούντωμα του δέντρου. 2. το να βγαίνουν πολλές και ψηλές φλόγες από φωτιά, το δυνάμωμα της φωτιάς: Το φούντωμα της πυρκαγιάς. 3. μτφ., έκταση, επέκταση… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φούντωμα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 520 μ.) στην πρώην επαρχία Κυνουρίας του νομού Αρκαδίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Στόλου. * * * (I) το, Ν [φουντώνω (Ι)] 1. το να αναπτύσσει πυκνά φύλλα και κλαδιά ένα φυτό ή ένα σύνολο φυτών (α. «το φούντωμα τής… …   Dictionary of Greek

  • ανθηρός — ή, ό (AM ἀνθηρός, ά, όν) [άνθος] (για έδαφος ή τόπο) αυτός που έχει πολλά άνθη, λουλουδιασμένος νεοελλ. μτφ. 1. (για πρόσωπα) δυνατός, γερός, ευδιάθετος 2. (για πράγματα, καταστάσεις) αυτός που ακμάζει, που ανθεί 3. φρ. «ανθηρά οικονομικά μέσα»… …   Dictionary of Greek

  • θράσεμα — το [θρασεύω] 1. υπερβολικό θάρρος, θράσος 2. (κυρίως για φυτά) γρήγορη ανάπτυξη, φούντωμα («το θράσεμα τού χορταριού») …   Dictionary of Greek

  • λαμπάδιασμα — το [λαμπαδιάζω] 1. το να φλέγεται κάτι 2. το φούντωμα τής φωτιάς 3. ολοκληρωτικό κάψιμο …   Dictionary of Greek

  • μάλε βράσε — το φρ. «έγινε το μάλε βράσε» έγινε μεγάλη φασαρία, έγινε μεγάλος τσακωμός με βρισιές. [ΕΤΥΜΟΛ. Από τη φρ. βάλε βράσε, με ανομοιωτική τροπή τού β τής πρώτης λ. σε μ . Κατ άλλους, από τη φρ. βράση τής μαλιάς «φούντωμα τής φιλονικίας»] …   Dictionary of Greek

  • ξάναμμα — το (Μ ξάναμμα) [ξανάβω] νεοελλ. 1. έξαψη, φούντωμα 2. (για τραύμα) φλεγμονή, ερεθισμός 3. καθετί εύφλεκτο που χρησιμεύει για να αναφθεί φωτιά, προσάναμμα μσν. φωτιά …   Dictionary of Greek

  • φούντωση — η, Ν [φουντώνω (Ι)] 1. το φούντωμα 2. μτφ. έξαψη …   Dictionary of Greek

  • θράσεμα — το, ατος φούντωμα των δέντρων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξάναμμα — το, ατος 1. φούντωμα, διέγερση, φλεγμονή, ερεθισμός, έξαψη: Νιώθω ξάναμμα στο πρόσωπο. 2. προσάναμμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»